
Μια φορά κι έναν καιρό,
στη μέση ενός μεγάλου και σκοτεινού δάσους
ζούσε ένα αγόρι, ολομόναχο μέσα σ'ένα σπίτι.
Φρόντιζε τα δέντρα και τάιζε ένα περιπλανώμενο κορίτσι
…και του φερόταν ευγενικά.
Κι αυτή τον αγάπησε γι' αυτό.
Αλλά μια μέρα ο Μπάμπα Γιάγκα μπήκε στο δάσος
και χτύπησε το αγόρι. Το αγόρι ήθελε να τρέξει μακριά,
γιατί ήξερε ότι δε θα ξέμπλεκε εύκολα από τον Μπάμπα Γιάγκα.
στη μέση ενός μεγάλου και σκοτεινού δάσους
ζούσε ένα αγόρι, ολομόναχο μέσα σ'ένα σπίτι.
Φρόντιζε τα δέντρα και τάιζε ένα περιπλανώμενο κορίτσι
…και του φερόταν ευγενικά.
Κι αυτή τον αγάπησε γι' αυτό.
Αλλά μια μέρα ο Μπάμπα Γιάγκα μπήκε στο δάσος
και χτύπησε το αγόρι. Το αγόρι ήθελε να τρέξει μακριά,
γιατί ήξερε ότι δε θα ξέμπλεκε εύκολα από τον Μπάμπα Γιάγκα.

Το κορίτσι είπε στο αγόρι:
"Πάρε αυτή τη μαγική χτένα και αυτήν την κεντημένη πετσέτα
...και τρέξε μακριά.
Όταν ο Μπάμπα Γιάγκα σε καταδιώξει ρίξε την πετσέτα κάτω
κι ένα ποτάμι θα γίνει πίσω σου και θα καλύψει τα ίχνη σου.
Αν ο Μπάμπα Γιάγκα ακόμα σε καταδιώκει ρίξε κάτω τη μαγική χτένα
και το δάσος θα μεγαλώσει πίσω σου."
Και το αγόρι συνέχιζε να οδηγεί. Και δε γύρισε ποτέ πίσω.
Δεν κινδύνευε πια...
"Πάρε αυτή τη μαγική χτένα και αυτήν την κεντημένη πετσέτα
...και τρέξε μακριά.
Όταν ο Μπάμπα Γιάγκα σε καταδιώξει ρίξε την πετσέτα κάτω
κι ένα ποτάμι θα γίνει πίσω σου και θα καλύψει τα ίχνη σου.
Αν ο Μπάμπα Γιάγκα ακόμα σε καταδιώκει ρίξε κάτω τη μαγική χτένα
και το δάσος θα μεγαλώσει πίσω σου."
Και το αγόρι συνέχιζε να οδηγεί. Και δε γύρισε ποτέ πίσω.
Δεν κινδύνευε πια...